βασιλιός

βασιλιός

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "βασιλιός" в других словарях:

  • βασιλιός — ο βλ. βασιλιάς …   Dictionary of Greek

  • Βασιλίος — Βασιλίς queen fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλιάς — ο και βασιλεύς και βασιλέας και βασιλές και βασιλιός (θηλ. βασίλισσα, η) (AM βασιλεύς, Μ και βασιλέας θηλ. AM βασίλισσα και βασιλίς, Α και βασιλέα και βασίλεια και βασιληΐς) 1. ο κληρονομικός ανώτατος άρχοντας του κράτους 2. πρώτος ή έξοχος μέσα… …   Dictionary of Greek

  • Василий — У слова «Василий» есть и другие значения: см. Василий (значения). Василий греческое Род: муж. Этимологическое значение: «царский, царственный» Отчество: Васильевич Васильевна Женское парное имя: Василия Производ. формы: Вася; В …   Википедия

  • πούρι — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 400 μ.), στην πρώην επαρχία Βόλου, του νομού Μαγνησίας. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (50 τ. χλμ.). * * * Ν (μόριο) (στον Ερωτόκρ.) 1. λοιπόν («κι άσ τονε πούρι τον καιρό κι ας πορπατή») 2. άραγε («ἱντα ναι τα μιλείς,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»